Εντυπωσιακά αποτελέσματα δίνει η μέθοδος της εγκεφαλικής διέγερσης στη θεραπεία της νόσου του Πάρκινσον - για περιορισμένη κατηγορία ασθενών που εμπίπτει στις αυστηρές προδιαγραφές καταλληλότητας.

Τριάνταπέντε χιλιάδες άνθρωποι απολαμβάνουν πλέον μια «δεύτερη ευκαιρία στη ζωή»

Το στερεοτακτικό μηχάνημα χρησιμοποιείται σε όλες τις εμφυτεύσεις εν τω βάθει διεγέρτη για να καθορίσει τις «συντεταγμένες» μέσα στον εγκέφαλο του ασθενούς, προκειμένου οι ειδικοί να είναι σε θέση να εντοπίσουν με ακρίβεια το σημείο στο οποίο στοχεύουν. Στην περίπτωση της νόσου του Πάρκινσον, ο στόχος είναι ο υποθαλάμιος πυρήνας.

Πρόκειται για έναν νέο τομέα της Ιατρικής και ο ακριβής μηχανισμός και οι μακροπρόθεσμες συνέπειές του είναι ακόμη άγνωστα στη σημερινή επιστήμη. Η μέθοδος της εν τω βάθει διέγερσης του εγκεφάλου για τον έλεγχο των συμπτωμάτων της νόσου του Πάρκινσον, η οποία εφαρμόζεται εδώ και μερικά χρόνια, έχει αρχίσει ωστόσο να αποδεικνύει τουλάχιστον τα άμεσα αποτελέσματά της. Περισσότεροι από 35.000 άνθρωποι σε όλον τον κόσμο έχουν ξαναβρεί χάρη σ' αυτή μια φυσιολογική καθημερινότητα την οποία είχαν χάσει εξαιτίας της νόσου. Παρ' ότι αυτή καθαυτή η εμφύτευση του ηλεκτρικού διεγέρτη δεν αποτελεί θεραπεία, η βελτίωση της ποιότητας ζωής που προσφέρει είναι σημαντική για τους ασθενείς και το άμεσο περιβάλλον τους.

Η πρώτη εμφύτευση μόνιμου ηλεκτρικού διεγέρτη στον εγκέφαλο ασθενούς με τη νόσο του Πάρκινσον πραγματοποιήθηκε το 1987 από τον νευροχειρουργό Αλίμ-Λουί Μπεναμπίντ στο Πανεπιστήμιο της Γκρενόμπλ στη Γαλλία, η οποία εξακολουθεί να είναι η πλέον προηγμένη χώρα στην Ευρώπη στον συγκεκριμένο τομέα. Τα αμέσως επόμενα χρόνια η μέθοδος εφαρμόστηκε και σε άλλα κράτη, τόσο στην ευρωπαϊκή ήπειρο όσο και σε όλον τον πλανήτη. Στις Ηνωμένες Πολιτείες πήρε έγκριση από την Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων, το 2002, ενώ ακολουθείται με επιτυχία σε αρκετά κέντρα στον Καναδά και στην Αυστραλία.